εργοπόνος

ἐργοπόνος, ὁ (AM)
1. αυτός που εκτελεί χειρωνακτική ή κοπιαστική εργασία (γεωργός, αλιεύς, κυνηγός)
2. (για τον Χριστό ως Υιό και Λόγο τού Θεού) ο δημιουργός
αρχ.
ως επίθ. εργατικός, φιλόπονος.
[ΕΤΥΜΟΛ. έργον + πόνος «κόπος»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐργοπόνος — husbandman masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοπόνοι — ἐργοπόνος husbandman masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοπόνοιο — ἐργοπόνος husbandman masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοπόνοις — ἐργοπόνος husbandman masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοπόνοισι — ἐργοπόνος husbandman masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοπόνοισιν — ἐργοπόνος husbandman masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοπόνον — ἐργοπόνος husbandman masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοπόνου — ἐργοπόνος husbandman masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοπόνους — ἐργοπόνος husbandman masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργοπόνῳ — ἐργοπόνος husbandman masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.